Η απώλεια, όχι η μεταφορική, αλλά η κυριολεκτική, εκείνη που σε χαρακώνει, αποτελεί ένα σημείο καμπής για τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Ανέκαθεν νομίζω πως οι άνθρωποι κινητοποιούνταν από τον ερχομό και από το φευγιό, αυτά τα δύο συναισθηματικά βιώματα μπορούν να σε καθορίσουν σε τέτοιο βαθμό και να αποτελέσουν σημεία αναφοράς στο βιός σου. Μέσα στα χρόνια της πανδημίας, τότε που η απώλεια επήλθε για πολλούς ως γεγονός ή ακόμη και ως απειλή, ο Guillaume Poix μέσα από 300 συνεντεύξεις ατόμων γράφει ένα κείμενο πάνω στη διαχείριση της απώλειας, η οποία μπορεί να εκτυλίσσεται σε υποκειμενικό κάθε φορά επίπεδο, αλλά στο τέλος καταλήγει σε μια οικουμενική εξομολόγηση πάνω στο θάνατο, με ή χωρίς εισαγωγικά. Η εποχή της πανδημίας δεν θεωρώ πως υπήρξε τυχαία για δύο λόγους. Πρώτον, ο εγκλεισμός και η κοινωνική απομόνωση ξύπνησε μέσα μας τα πιο σκοτεινά ένστικτα φόβου και άγχους. Ακόμη και οι πιο αντικοινωνικοί Grinches , αφού χάρηκαν τις λιγοστές στιγμές αποστασιοποίησης, υπέφεραν εν τέλει από...
Διαχρονικά, οι καλλιτεχνικοί δημιουργοί αναμετρώνται μέσω των έργων τους με την εποχή τους. Συνομιλούν με το χτες, ερμηνεύουν το σήμερα και σκιαγραφούν το μέλλον ως ενδεχόμενο. Ο δημιουργός, όπως και ο μέσος άνθρωπος εν γένει, δεν είναι σε θέση να αποξενωθεί πλήρως από αυτό που τον έχει σχηματοποιήσει, από τις συνθήκες εκείνες που τον έπλασαν, καθιστώντας την όποια προσπάθεια, μάχη άνιση. Και ίσως ακριβώς μέσα σε αυτή την άνιση μάχη να γεννιέται η ουσία της τέχνης: όχι ως αντανάκλαση της συνθήκης, αλλά ως δυνατότητα υπέρβασής της. Στο πλαίσιο αυτό, η θεματολογία του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, ιδίως μετά τη δεκαετία του ’90, επικεντρώνεται – σε ένα μεγάλο και ιδιαίτερα ορατό μέρος της – γύρω από είτε τη φιγούρα του νεοέλληνα ως αρχετυπική μορφή συμπεριφοράς, είτε στην «αγία ελληνική οικογένεια» ως κοινωνική δομή υπό αμφισβήτηση. Η πιο ρομαντική και δεοντολογική ηθογραφία των μεταπολεμικών δεκαετιών, περνώντας μέσα από τις στρατευμένες μεταδικτατορικές δεκαετίες, φτάνει στο σήμ...