Για τους κοινούς θνητούς λάτρεις του θεάτρου, ο κόσμος πάνω
και πίσω από τη σκηνή λαμβάνει συχνά μυσταγωγικές διαστάσεις. Μπορεί να βλέπεις
το δραματουργικό αποτέλεσμα, να σου μιλάει, να το σιχαίνεσαι, να σε
προβληματίζει ή και να σε αφήνει αδιάφορο, αλλά πάνω από όλα δεν παύει να είναι
τόσο εντυπωσιακό, πώς ο συνδυασμός λόγου, κίνησης, έκφρασης και συναισθήματος
παράγουν κάτι που απευθύνεται τόσο διαφορετικά σε κάθε θεατή.
Στην παγκόσμια δραματουργία, η προσέγγιση του "θεάτρου μέσα από το θέατρο" υπήρξε πολύ συχνά πηγή έμπνευσης και τεχνοτροπική προσέγγιση. Όπως κάθε τέχνη, έτσι και το θέατρο δεν
μπορεί να γλιτώσει από την λαχτάρα της αυτοαναφορικότητας, όχι μόνο στο μοντέρνο
ή σύγχρονο κίνημα, αλλά και σε πιο κλασσικούς θεατρικούς εκπροσώπους.
Η προσέγγιση του θεάτρου μέσα στο θέατρο δεν είναι
καινούργια. Από τον Σαίξπηρ, που στον “Άμλετ” χρησιμοποιεί μια ολόκληρη
παράσταση για να αποκαλύψει την αλήθεια, μέχρι τον Πιραντέλλο με τα “Έξι
πρόσωπα ζητούν συγγραφέα”, όπου η ίδια η θεατρική πράξη γίνεται πεδίο
σύγκρουσης ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα. Ακόμη και ο Τσέχωφ,
με πιο υπαινικτικό τρόπο, αφήνει συχνά το θέατρο να σχολιάζει τον εαυτό του. Η
Offelia κινείται ακριβώς σε αυτή τη γραμμή, φωτίζοντας όχι τον μύθο, αλλά τον
μηχανισμό που τον παράγει.
Το έργο Offelia των Α. Μούστα και Γ. Κανδαράκη ξετυλίγεται ακριβώς σε αυτό
το πνεύμα. Στον πυρήνα του κουβαριού εντοπίζουμε την ιστορία του Άμλετ, τον
οποίο ανεβάζει μια ομάδα θεατρανθρώπων (και μη) σε μια πιο αβαντ γκάρντ εκδοχή
του. Οι σχέσεις των ηθοποιών με το σκηνοθέτη, την παραγωγό, το βοηθό σκηνοθέτη…
ακόμα και με την καθαρίστρια… αποτελούν την πρώτη ύλη του έργου, αναδεικνύοντας
ότι οι πρόβες στον κόσμο του θεάτρου δεν έχουν τίποτα το μυσταγωγικό, το
αντίθετο μάλιστα, είναι σάρκα εκ της σαρκός της καθημερινότητας του μέσου
κόσμου.
Στο κόσμο του θεάτρου – όπως έγινε και στο κοντινό παρελθόν αισθητό μέσα από το κίνημα #metoo και άλλες εξελίξεις – μπορεί κανείς να βρει τους ίδιους απεχθείς – εάν όχι και χειρότερους πολλές φορές – ανθρώπους με τον επιχειρηματικό κόσμο, αδηφάγες και τοξικές προσωπικότητες που στερούνται στοιχειώδους ενσυναίσθησης, έτοιμες για όλα. Το έργο εστιάζει σχεδόν εμμονικά, βέβαια, σε αυτές τις περιπτώσεις, παραδίδοντας στο θεατή στο τέλος μια μάλλον απαισιόδοξη ματιά πάνω στη θεατρική ανθρωπογεωγραφία.
Βγαίνοντας από το θέατρο, θα προτιμούσα, η αλήθεια είναι, να έχω κρατήσει μια αχτίδα ελπίδας, κάτι που να υπόσχεται έστω και αμυδρά την επικράτηση του φωτός έναντι του σκότους της ανθρώπινης ψυχής. Στο πλαίσιο αυτό, προσωπικά θα προσέγγιζα εντελώς διαφορετικά το τελευταίο κομμάτι της παράστασης, καθώς είτε θα το απάλειφα τελείως, αποφεύγοντας ένα αχρείαστο θεωρώ plot twist, είτε θα «τιμωρούσα» την ύβρη που είχαν διαπράξει σωρευτικά σχεδόν όλοι οι συντελεστές της παράστασης, καθένας από το μετερίζι του. Η διάσταση ανάμεσα στην ηθική συνέπεια και μια πιο αλύτρωτη λύση μπορεί σαφώς να είναι κατανοητή ως πρόθεση από τους συγγραφείς, αλλά όταν στο «μαγαζί» η ταμπέλα γράφει «εντελώς υποκειμενικά» δικαιούμαι να ομιλώ.
Σε επίπεδο σκηνοθεσίας, παρότι δεν μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενικός, πρέπει να ομολογήσω ότι ο Α. Τσούτσης έστησε ένα εξαιρετικό σκηνικό πρόβας για όλους εμάς που δεν ήμασταν ποτέ σε ένα τέτοιο, αποδομώντας ουσιαστικά την ονειρικότητα της δραματουργικής διαδικασίας σε έναν στυγνό εργασιακό χώρο, ο οποίος, όμως, μεταμορφωνόταν πανέξυπνα όταν χρειαζόταν, ιδίως όταν ερχόταν στο προσκήνιο, σαν δώρο, ο ποιητικός λόγος του Σαίξπηρ. Από τις πιο δυνατές στιγμές, η ανάδειξη ενός θρόνου για τον Άμλετ, ο οποίος ήταν πάντα εκεί, χωρίς ωστόσο το κοινό να έχει σκεφθεί το σωρό των props ως τέτοιον.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν έλειψαν και κάποιες
ατυχείς σκηνοθετικά στιγμές, που είχαν περισσότερο να κάνουν με μια πιο δυσλειτουργική
σύνδεση του χώρου με τις θέσεις των θεατών. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είχαν να
κάνουν με τη βιντεοπροβολή που μόνο από τύχη γινόταν αντιληπτή από τους θεατές
του κεντρικού διαζώματος, ενώ το αντίστοιχο ίσχυε και για την είσοδο των ωτακουστών
προς το τέλος του έργου από τα πλαϊνά διαζώματα. Τέλος, η συσκότιση στον
προθάλαμο της αίθουσας, δεν βρήκα ότι προσέφερε κάτι ουσιωδώς στη θεατρική
εμπειρία. Ίσως μια εναλλακτική και πιο αναφορική στην τέχνη τοποθέτηση των
ηθοποιών στο τραπέζι του προθαλάμου, να είχε πιο νόημα.
Σε ένα από τα πιο θετικά σημεία της παράστασης που θα ήθελα
να σταθώ είναι στις εξαιρετικές ερμηνείες συνολικά των ηθοποιών και ιδίως σε
αυτό το διαγενεακό υποκριτικό διάλογο ανάμεσα στους νεότερους και πιο παλιούς ηθοποιούς,
χωρίς να λέω ότι κάποια από τις δυο μεριές υπερτερούσε. Το αντίθετο, αυτή η
υποκριτική και τεχνική αντίστιξη λειτούργησε εξαιρετικά, χωρίς βέβαια να ξέρω εάν
ήταν στις προθέσεις του σκηνοθέτη.
Πέρα όμως από τις επιμέρους επιλογές και τις τεχνικές
λεπτομέρειες, αυτό που μένει τελικά από την Offelia είναι η αίσθηση ενός θεάτρου που στρέφει
το βλέμμα του προς τον εαυτό του. Ένα θέατρο που δεν φοβάται να δείξει μια
μεριά της θεατρικής διαδικασίας, με τις μικρές ή μεγάλες αλήθειες που
γεννιούνται μέσα στις οδύνες της πρόβας. Μην ξεχνάμε ότι ο οδύνες οδηγούν σε
κάτι μαγικό, τη γέννηση!
Ίσως τελικά αυτό που μας ζητά το «θέατρο μέσα στο θέατρο»,
δεν είναι να διαλέξουμε ανάμεσα στη μυσταγωγία και την απομυθοποίηση, αλλά να
αντέξουμε την ταυτόχρονη ύπαρξή τους. Να δεχτούμε, ρε φίλε, ότι η τέχνη
γεννιέται μέσα σε χώρους εργασίας, από ανθρώπους που βιώνουν αντιφάσεις,
συγκρούσεις και σκοτεινές πλευρές, χωρίς αυτό να ακυρώνει τη δυνατότητά της να
παράγει αλήθεια. Αυτό που δεν θα πάψω ποτέ να θαυμάζω στο «καλό» θέατρο είναι
πως ακόμη και μέσα από την εικόνα του σκοταδιού, μπορεί να μας ωθεί να
αναζητούμε μια στιγμή αλήθειας, μια μικρή υπόσχεση φωτός.
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.
Τελευταία ευκαιρία να δείτε την παράσταση η επόμενη Τρίτη 10 Φεβρουρίου 2026.




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου