Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ιεροτελεστία | ⏺⏺⏺⏺◖

Η απώλεια, όχι η μεταφορική, αλλά η κυριολεκτική, εκείνη που σε χαρακώνει, αποτελεί ένα σημείο καμπής για τη ζωή του κάθε ανθρώπου. Ανέκαθεν νομίζω πως οι άνθρωποι κινητοποιούνταν από τον ερχομό και από το φευγιό, αυτά τα δύο συναισθηματικά βιώματα μπορούν να σε καθορίσουν σε τέτοιο βαθμό και να αποτελέσουν σημεία αναφοράς στο βιός σου.

Μέσα στα χρόνια της πανδημίας, τότε που η απώλεια επήλθε για πολλούς ως γεγονός ή ακόμη και ως απειλή, ο Guillaume Poix μέσα από 300 συνεντεύξεις ατόμων γράφει ένα κείμενο πάνω στη διαχείριση της απώλειας, η οποία μπορεί να εκτυλίσσεται σε υποκειμενικό κάθε φορά επίπεδο, αλλά στο τέλος καταλήγει σε μια οικουμενική εξομολόγηση πάνω στο θάνατο, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Η εποχή της πανδημίας δεν θεωρώ πως υπήρξε τυχαία για δύο λόγους. Πρώτον, ο εγκλεισμός και η κοινωνική απομόνωση ξύπνησε μέσα μας τα πιο σκοτεινά ένστικτα φόβου και άγχους. Ακόμη και οι πιο αντικοινωνικοί Grinches, αφού χάρηκαν τις λιγοστές στιγμές αποστασιοποίησης, υπέφεραν εν τέλει από τις πιο καταστροφικές συνέπειες, μιας πύρινης λαίλαπας που πέρασε σε έναν ήδη καμένο τόπο. Δεύτερον, ο θάνατος μπήκε στη ζωή μας ως γεγονός ή ως ενδεχόμενο, με το δεύτερο να αποτελεί ένα ακόμη πιο βάναυσο τραύμα που έμελλε – αν όχι μέλλει – να φέρουμε για πάρα πολύ καιρό έπειτα και από την πανδημία.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ο Guillaume Poix πλέκει αφηγηματικά ασύνδετες ιστορίες, οι οποίες όμως φέρουν μια νοητή ραχοκοκαλιά, εκείνη του θανάτου. Ξεκινώντας από την τελευταία επαγγελματία μοιρολογίστρα, η οποία μας μυεί στην τέχνη του θρήνου, φτάνουμε στον εγκληματικό θάνατο ενός παιδιού με αναπηρία, με σαφείς αναφορές στο περιστατικό του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Στο ενδιάμεσο, ο θάνατος περιδιαβαίνει τη σκηνή σε ένα άκρως μυστηριακό σκηνικό Red Room ala David Lynch, με το κοινό να συμμετέχει πνευματικά ως ένα κομμάτι ενός συλλογικού θρήνου, μιας επί της ουσίας ιεροτελεστίας της απώλειας.

Στέκομαι στο στοιχείο της ιεροτελεστίας, το οποίο βρίσκω αφάνταστα πιο πετυχημένο από τον πρωτότυπο τίτλο του έργου που είναι “Un Sacre”. Οι περισσότεροι άνθρωποι σχηματοποιούμε το θάνατο ως ένα τετελεσμένο που οδηγεί στο θρήνο της απώλειας μετά το φυσικό χαμό ενός ανθρώπου. Και παρότι αυτό είναι στις περισσότερες φορές αλήθεια, μπορεί ο θάνατος να είναι βιωματικός και μάλιστα πριν το φυσικό χαμό ενός ανθρώπου; Η ιστορία που ερμηνεύει η Μαρία Μπαγανά είναι αποκαλυπτική ως προς την τελευταία διάσταση. Η Ζαΐα είναι μια γυναίκα που κακοποιεί για χρόνια ο πατέρας της, γεγονός που σηματοδοτεί το θάνατο του στο συνειδητό της πολύ προτού επέλθει ο φυσικός θάνατος του δυνάστη. Στην πράξη, όταν επέρχεται το τετελεσμένο, τότε πυροδοτείται μια έκρηξη εορταστικής διονυσιακής γιορτής για τη Ζαΐα. Στην περίπτωση αυτή, η ιεροτελεστία του θανάτου δεν αποτελεί θρήνο, αλλά έκσταση, ευφορία και λύτρωση. Ίσως από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης, γιατί νοηματοδοτεί μια διάσταση του θανάτου που δεν περνά από το μυαλό μας τόσο συχνά, ίσως βέβαια για καλό.

Όταν είχα δει πριν δύο χρόνια το “Goodbye Lindita” του Μπανούσι, μια ιδιαίτερα φορτισμένη για μένα παράσταση για προσωπικούς λόγους, είχα λατρέψει αυτή τη μεταβατική διήγηση της απώλειας, από τη ζωή στο θάνατο, ένα ταξίδι τόσο βέβαιο, τόσο καθολικό, όσο και η ανθρώπινη ύπαρξη. Τότε, λοιπόν, αναλογίστηκα την αξία του ταφικού εθίμου, το οποίο δεν γίνεται εν τέλει τόσο για το νεκρό, όσο για αυτούς που μένουν πίσω. Πρόκειται τόσο για το αίσθημα του χρέους, όσο και την ανάγκη του αποχαιρετισμού, του “κλεισίματος”. Τότε είχα γράψει ότι δεν μπορείς να προχωρήσεις, αν πρώτα δεν κλείσεις την πόρτα, καθώς την απώλεια οφείλεις να τη βιώσεις. Εξάλλου πόσο δύσκολο φάνταζε κάτι τόσο απλό στην εποχή της πανδημίας, τότε που οι περιορισμοί επιβλήθηκαν ακόμη και στη μετάβαση σε ένα νεκροταφείο ή ένα αποτεφρωτήριο.

Η αξία του βιώματος της απώλειας έχει ακόμη μεγαλύτερη αξία σε μια εποχή που τρέχουμε, χωρίς να προλαβαίνουμε να βιώνουμε πράγματα και καταστάσεις.  Δυστυχώς, στην εποχή της ψηφιακής τέλειας εικόνας, το βίωμα της απώλειας αποτελεί είτε ευκαιρία ψηφιακού οίκτου και engagement, είτε ρήγμα στην φαινομενική μας τελειότητα.

Στην Ιεροτελεστία, ο Χρήστος Θεοδωρίδης μας διηγείται ακριβώς αυτή τη πολυσχιδή οπτική της απώλειας και των συναισθημάτων που την συντροφεύουν, αναδεικνύοντας ιδίως το κοινωνικοοικονομικό στοιχείο σε πληθώρα σημείων. Γιατί ακόμη και ο θάνατος σε αυτόν τον κόσμο φέρει ένα υψηλό ταξικό πρόσημο, παρότι στο επέκεινα η ταξικότητα εκτιμώ ότι θα πηγαίνει περίπατο. Εντούτοις, τόσο για την ουσία του φευγιού, όσο και για αυτόν που μένει, το κοινωνικό στοιχείο εισέρχεται αβίαστα μέσα στην εξίσωση της απώλειας.

Στρεφόμενος για λίγο στο πιο δραματουργικό μέρος της παράστασης, απόλαυσα τον τρόπο που οι ηθοποιοί, ιδίως οι νέοι, ξεδίπλωσαν τις εξομολογήσεις τους με ένα τρόπο τόσο εσωτερικό, δίνοντας ο ένας τη σκυτάλη στον άλλον, σχεδόν σαν συνάψεις που πυροδοτούν τη νευρολογική δραματουργική κίνηση. Συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι στέκει τόσο το σχεδόν ονειρικά αφαιρετικό σκηνικό του Λουκά Μπάκα και της Φιλάνθης Μπουγάτσου, όσο και οι άψογοι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα. Τέλος, η σκηνοθεσία του Χρήστου Θεοδωρίδη αφήνει το κείμενο και τους ηθοποιούς να αναπνεύσουν σε άμεση σύνδεση με το κοινό. Πρόκειται αναμφίβολα για μία από τις πιο άρτιες και τολμηρές παραστάσεις που είδα φέτος.

Στο τέλος, αυτό που απομένει δεν είναι οι λέξεις, αλλά η σιωπή που ακολουθεί το κλείσιμο της πόρτας. Η "Ιεροτελεστία" δεν επιχειρεί να εξηγήσει την απώλεια, αλλά να της δώσει χώρο να αναπνεύσει. Μας δείχνει πως ο θάνατος, πέρα από το φυσικό γεγονός, είναι μια διαδικασία μετάβασης, ενίοτε καθοριστική, που απαιτεί χρόνο, μνήμη και, πάνω απ' όλα, παρουσία. Η απώλεια δεν είναι μια μονοδιάστατη συνθήκη, αλλά ένα πλέγμα ιστοριών που μας συνδέουν με το χτες, το σήμερα και το αύριο. Μάλιστα, το πιο ευτυχές και συνάμα σημαντικό βίωμα μετά την απώλεια είναι πως η ανθρώπινη ανάσα – για αυτόν που μένει –συνεχίζει να διεκδικεί τη θέση της στο φως, όχι μόνο για αυτόν που μένει φυσικά, αλλά και για αυτόν που μένει ως θύμηση, ως παρακαταθήκη, ως υστεροφημία. Η μνήμη ξορκίζει την ανυπαρξία, καθιστώντας το θάνατο απλά ένα μεταβατικό στάδιο προς την αθανασία.       

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.



 

 

 

Σχόλια