Στην τέχνη αποδίδουμε συνηθέστερα
αυτό που «είναι» ή αυτό που «φαίνεται» ή αυτό που «αντιλαμβανόμαστε». Τι
συμβαίνει, όμως, όταν αυτό που θέλουμε να αποδώσουμε δεν φαίνεται ή δεν είναι
φυσικά αντιληπτό, παρά μόνο ίσως τα αποτελέσματα αυτού; Η εργασία γίνεται ακόμη
πιο επίπονη, όταν τα ίδια τα αποτελέσματα δεν συνηγορούν αυτόματα στο
φαινόμενο, αντίθετα αποτελούν στάδια μιας διαδικασίας που εξελίσσεται. Χαρακτηριστικά
παραδείγματα αποτελούν ο χρόνος, η ωρίμανση, η αγάπη και οι ψυχιατρικές παθήσεις.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η εμπειρία προηγείται της ερμηνείας και η
διαδικασία αντιστέκεται πεισματικά στη στατική αναπαράσταση.
Στο κλασσικό έργο του Ν. Γκόγκολ «Το
Ημερολόγιο ενός Τρελού», ο συγγραφέας επιχειρεί με μαεστρία ακριβώς αυτό το
εγχείρημα, να αποδώσει δηλαδή λογοτεχνικά κάτι όχι όπως «φαίνεται», ως αποτέλεσμα,
αλλά ως διαδικασία. Το ιδιοφυές χαρακτηριστικό του έργου είναι πως η όλη
εξιστόρηση δεν παρέχεται από την οπτική ενός τρίτου προσώπου, όπως ενός θεράποντος
ιατρού ή ενός συγγενή, αλλά ξεπετάγεται από το μυαλό του ίδιου του πάσχοντα. Εάν
ο συγγραφέας δεν σε είχε δε προϊδεάσει από τον τίτλο του έργο – γεγονός που θα
έβρισκα ακόμη πιο μοναδικό – τότε το ταξίδι σου μέσα στις σελίδες θα εμβάθυνε
ακόμη περισσότερο μέσα στις δαιδαλώδεις διαδρομές του εγκεφάλου, των νευρώνων
και των συνάψεων του Ποπρίτσιν. Όχι ως παθολογία προς αναγνώριση, αλλά ως
βιωμένος κόσμος που αυτοθεμελιώνεται. Βέβαια το έργο είναι αρκούντως
προοδευτικό για το 19ο αιώνα όπως είναι, οπότε θα έλεγα να μη ζητάω κάτι
παραπάνω από το δόλιο συγγραφέα.
Η μονολογική γραφή του έργου
είναι η αλήθεια ότι έχει βοηθήσει διαχρονικά σε πολλαπλές θεατρικές διασκευές. Στο
Θέατρο Οδού Κυκλάδων Λευτέρης Βογιατζής ανεβαίνει το έργο, για δεύτερη χρονιά, σε
σκηνοθεσία Σ. Λιβαθινού, βρίσκοντας στο ρόλο του Ποπρίτσιν τον Γ. Δαμπάση.
Δεν έχω να πω πολλά λόγια για το
Λιβαθινό, καθώς είμαι λάτρης της σκηνοθετικής του ματιάς διαχρονικά. Εξάλλου, το
φετινό «Τρίτο Στεφάνι» αποτελεί, προσωπικά, μέχρι στιγμής και με απόσταση την
καλύτερη φετινή θεατρική μου εμπειρία. Σαγηνεύομαι από τον τρόπο που ο
Λιβαθινός διαβάζει τα κείμενα, καταφέρνοντας να αναδείξει με εντελώς
διαφορετικό τρόπο τους χαρακτήρες, τις προθέσεις του, τα κίνητρά τους, τις φοβίες
τους, τους πόθους τους και τα πάθη τους.
Η προσέγγιση του Λιβαθινού στον
Ποπρίτσιν είναι διττή. Από τη μία σκιαγραφεί μέσα από τα λόγια του ήρωα, τα
στάδια της τρέλας, την ψυχοπαθολογική κάθοδο στην παράνοια, αν και στο τέλος –
σε αντίθεση με τη συμβατικά αναμενόμενη καθοδική πορεία της κυρίευσης της τρέλας
– ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον ήρωα πάνω σε ένα βάθρο, ένας τρελά σκεπτόμενος του
Ροντέν, σχήμα οξύμωρο. Από την άλλη, οι δύο ειδικοί (ο Ν. Κοψιδάς και η Λ.
Μελεμέ) κινούνται παρασκηνιακά – ενίοτε και επί της σκηνής – ως καθοδηγητές του
Ποπρίτσιν στην τρέλα. Αυτή η διττή προσέγγιση, σε συνδυασμό με το πώς αναλύει
την ίδια την εξέλιξη της τρέλας λεκτικά και ερμηνευτικά, νομίζω ότι ξεχωρίζει
αυτό το ανέβασμα.
Στρεφόμενος κυρίως στο
ερμηνευτικό κομμάτι, αυτό που βρήκα τρομερά γοητευτικό στο παίξιμο του Δαμπάση
είναι πως ακόμη και στο απόγειο της τρέλας του, εκεί που ο ήρως βυθίζεται μέσα στη
δυσκολία να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από το φαντασιακό, η εξιστόρηση και ο
λόγος του ήρωα παραμένουν με στοιχεία απόλυτου ρεαλισμού ή καλύτερα ιδιοσυγκρατικά
ορθολογικού για τον ίδιο τον ήρωα. Ακόμη και στο σπαρακτικό τελείωμα και την
απεύθυνση στο έλεος της μητρικής στοργής, ο Δαμπάσης μένει ανθρώπινος,
ειλικρινής, τουλάχιστον έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, το είναι του και την
ίδια του υπόσταση. Ούτε για μια στιγμή ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται την τρέλα του
και δεν τη σχηματοποιεί ως τέτοια στον κόσμο. Και ακριβώς αυτή η απουσία
αυτοσυνείδητης παθολογίας καθιστά την εμπειρία του τόσο αλλόκοτη για το θεατή,
ο οποίος, έστω και για μια στιγμή, βρίσκεται μετέωρος μεταξύ ορθολογικότητας
και παραλογισμού. Πρόκειται για μια σπάνια σπουδή πάνω στη φύση και τις εκφάνσεις
της τρέλας, μέσα από τα μάτια του ίδιου του πάσχοντα, και όχι ενός τρίτου. Και
αυτή ακριβώς είναι η μαγεία της ερμηνείας του Δαμπάση και της σκηνοθεσίας του
Λιβαθινού, δηλαδή ότι προσεγγίζει την ψυχοπαθολογία με έναν αδιανόητο σεβασμό
ως προς τον πυρήνα και την ουσία της, όχι όπως αυτή γίνεται συμβατικά αντιληπτή
από τρίτους.
Σαν ένα πιο γενικό σχόλιο, δεν
μπορώ παρά να θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης προσεγγίζει μια
τόσο δύσχρηστη πρώτη ύλη, μη στατική, με τέτοια ευκολία, σαν να πλάθει το
γάργαρο νερό. Ως μη καλλιτέχνης, σαφώς, δεν μπορώ να το συναισθανθώ και να το
αφομοιώσω, παρά μόνο να μείνω να το θαυμάζω.
Ίσως η μεγαλύτερη αξία, σε ένα πιο
ανθρώπινο επίπεδο και σαφώς μη-ιατρικό, να μην βρίσκεται στην οριοθέτηση της ίδιας
της ψυχιατρικής νόσου, αλλά στην προσπάθεια μας να την αφουγκραστούμε όσο αυτή
εξελίσσεται, χωρίς να βιαζόμαστε να την ερμηνεύσουμε ή να την κατατάξουμε. Ίσως
να προσπαθήσουμε, στο όριο του εφικτού, να σταθούμε απέναντί της όχι με τη
σιγουριά του ορθολογικού, αλλά με την ευθύνη του ανθρώπινου βλέμματος. Εκεί, η
κατανόηση δεν προκύπτει από τη σύγκριση ή τη διάκριση, αλλά από την αποδοχή ότι
υπάρχει ένας πυρήνας εμπειρίας που δεν μας ανήκει, αλλά αξίζει να παρατηρηθεί
και να ακουστεί. Και ίσως ακριβώς σε αυτό να συνίσταται η βαθύτερη αποστολή της
τέχνης: όχι να εξηγήσει την ψυχιατρική κατάσταση, ούτε να τη νομιμοποιήσει ή να
την απορρίψει. Η τέχνη εξάλλου δεν είναι επιστήμη! Όμως, η τέχνη μπορεί να μας
εκπαιδεύσει στο να συγκατοικούμε με την ψυχοπαθολογία, έστω και για λίγο, με
προσοχή, σεβασμό και ανθρώπινη εγρήγορση. Να μπούμε, όσο γίνεται, στα παπούτσια
του ασθενή, να ενσυναισθανθούμε αυτό που βιώνει. Τι όμορφη λέξη η ενσυναίσθηση,
και πόσο σπάνια στις ημέρες μας!
👉 Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να βρείτε εδώ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου