Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Κιβώτιο | ⏺⏺◖

Υπάρχουν αποστολές που τις επιλέγουμε και αποστολές που μας παραδίδονται έτοιμες, μαζί με την απαίτηση της πίστης. Άλλοτε βαθιά προσωπικοί στόχοι, άλλοτε υποδειγμένοι από αλλότρια κέντρα, τα οποία αναγκαζόμαστε να ακολουθήσουμε ή επιλέγουμε να υποταχθούμε. Πάντα οι στόχοι, όμως, και οι αποστολές ανεξαρτήτως της πηγής τους, λειτουργούν σαν πυξίδες που μας δείχνουν το δρόμο. Μέσα από αυτή την πλοήγηση προχωρούμε τη ζωή μας ή την καταστρέφουμε ολοκληρωτικά.  

Συχνά λέγεται ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι αδυνατούν να προσηλωθούν στους στόχους τους, οι σειρήνες εξάλλου για να σε κάνουν να λοξοδρομήσεις είναι πολλές και ιδιαιτέρως σαγηνευτικές στις μέρες μας. Από την άλλη, η προσκόλληση σε ένα στόχο, εμμονικά ή πεισματικά, απαιτεί πίστη και δέσμευση σε αυτόν που στον μεταλαμπαδεύει. Όταν δε ο στόχος μετουσιώνεται σε ιδεολογία, τότε γίνεται βίωμα και κανόνας ζωής, άρρηκτα συνδεδεμένος με την ίδια μας την ύπαρξη και μια δεοντολογική αίσθηση των πραγμάτων, του λεγόμενου καθήκοντος. Η ιδεολογική δέσμευση αποτελεί μια συμπεριφορική άγκυρα που μας κάνει να μένουμε ασάλευτοι, ακόμα και όταν δίπλα μας η αντάρα των κυμάτων κινδυνεύει να μας ρίξει πάνω στα βράχια. Και παρότι η στιβαρότητα της ιδεολογίας μπορεί να λειτουργεί ως σωσίβιο, την ίδια στιγμή μπορεί να εξελίσσεται σε μοχλό χειραγώγησης, ιδίως όταν αυτή δεν επιδέχεται αντιλόγου και πρόκλησης, παρά εσωτερικοποιείται αγόγγυστα.

Η ιστορία βρίθει από περιστατικά που η ιδεολογία αποτέλεσε σκιά κοσμογονικών εξελίξεων, στις οποίες οι άνθρωποι λειτούργησαν ως πρότυπα, στη λαχτάρα τους να σταθούν μπροστά ή πίσω – ανάλογα την περίσταση – από ένα σκοπό, ένα στόχο, μια ιδεολογία, μια μεγάλη ιδέα. Ο ανθρώπινος ηρωισμός που τόσο υπέροχα έχει αποτελέσει έμπνευση της τέχνης, εδράζεται ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη, την ύπαρξη ενός πιστεύω που είναι ικανό να μετακινήσει βουνά, αντιπαραβάλλοντας την ύπαρξη της μονάδας με το μεγαλείο του συνόλου, του απώτερου μεγάλου σκοπού. Ίσως εδώ να συναντά κανείς και την καμυική αγωνία του “ανθρώπου που σπρώχνει τον βράχο”, όχι επειδή πιστεύει ότι θα φτάσει στην κορυφή, αλλά επειδή έχει ανάγκη να πιστέψει ότι το σπρώξιμο του βράχου ή ο ίδιος ο βράχος έχει νόημα.

Την ίδια στιγμή, η ιδεολογία, ιδίως όταν αυτή μετασχηματίζεται κατά το δοκούν από κέντρα εξουσίας, μέσα σε καθεστώτα προπαγάνδας και χειραγώγησης, μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το θεμέλιο της ατομικότητας και της ελεύθερης βούλησης. Η συζήτηση για την ελεύθερη βούληση, ειδικά σε φιλοσοφικό επίπεδο είναι τεράστια, όμως για όση αξία έχει οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η παγκόσμια ιστορία είναι γεμάτη από περιστατικά που κέντρα εξουσίας αξιοποίησαν την ανάγκη των ανθρώπων για ιδεολογική παρακίνηση και έκφραση προκειμένου να ξετυλίξουν τις δικές του ατζέντες. Από τις πιο κλασσικές περιπτώσεις αποτελεί η άνοδος του φασισμού στην Ευρώπη προπολεμικά. Στο έργο «Η Άνοδος του Αρτούρο Ούι», ο Μπρεχτ περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία, όχι μόνο της συνδιαλλαγής της μάζας με το θηρίο, αλλά ακόμη και εκείνης που το αγνοεί, ως εκ τούτου το ανέχεται και το υποτιμά.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναρωτηθούμε κάτι κρίσιμο: ποιο μέρος του καθήκοντος είναι πραγματικά δικό μας και ποιο είναι δάνειο; Πού τελειώνει η πίστη και πού αρχίζει η παραίτηση από την προσωπική ευθύνη; Και κυρίως: πότε η αφοσίωση παύει να είναι επιλογή και μετατρέπεται σε μηχανική υπακοή;

Σε ένα κοντινό σύμπαν, ο Άρης Αλεξάνδρου στο «Κιβώτιο» προσεγγίζει τη λαχτάρα των ανθρώπων να υπηρετήσουν αβασάνιστα ένα σκοπό, ένα όραμα ή μια αποστολή. Το στρατευμένο καθήκον απογυμνώνει – όχι εντελώς – τους ανθρώπους από το εγωιστικό συναίσθημα και τους συστρατεύει στην ανάγκη της συλλογικότητας. Όταν στο τέλος, μέσα από μια σωρεία θυσιών σε ανθρώπινο επίπεδο, η αποστολή φτάνει στο τέλος, χωρίς αναρωτήσεις, παρά τυφλή υποταγή στις οδηγίες του κέντρου, το άτομο φτάνει αντιμέτωπο με τη ματαιότητα της αποστολής. Όταν η αποστολή απογυμνώνεται από το νόημα που της αποδόθηκε, τότε κανείς δεν ξέρει αν προδόθηκε ή αν απλώς δεν τόλμησε ποτέ να ρωτήσει. Όταν όλη η θυσία γίνεται για ένα πουκάμισο αδειανό, τότε είτε κάποιος σε έχει κοροϊδέψει, είτε εσύ έχεις λοξοδρομήσει στη διαδρομή εκμεταλλευόμενος την Ελένη. Το έργο δεν έχει σκοπό να δώσει μια ρεαλιστική απάντηση στο δίλημμα, αλλά μονάχα να σε κάνει να συλλογιστείς τα όρια της απόλυτης υποταγής του ατόμου πάνω στο συλλογικό καθήκον, αυτό που ονομάζουμε ιδεολογία. Και ίσως ακόμη περισσότερο: να σε φέρει αντιμέτωπο με το κενό που αφήνει πίσω της μια ιδεολογία όταν καταρρέει — ένα κενό που δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά βαθιά υπαρξιακό.

Στο Studio Μαυρομιχάλη, για δέκατη χρονιά, ο Φώτης Μακρής ανεβάζει τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου, με τον κεντρικό ήρωα να βιώνει, σε ένα σχεδόν καφκικό σκηνικό, την αμφισβήτηση μέσα από πολλαπλές διαστάσεις, ως προς το συλλογικό σκοπό, ως προς τη συντροφικότητα, ως προς την εξουσία και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό. Η διασκευή του συγκεκριμένου βιβλίου για το θέατρο δεν είναι – από κάθε άποψη – μια εύκολη υπόθεση. Τηρουμένων των δραματουργικών περιορισμών νομίζω ότι ο Μακρής και η Τολόγκου κάνουν μια αξιόλογη δουλειά, μετουσιώνοντας το κείμενο σε μονόλογο. Μοναδική μου ένσταση είναι η εστίαση στο ανακριτικό κομμάτι του βιβλίου, σε βάρος της γρήγορης εξιστόρησης των πρωθύστερων γεγονότων, κάτι που επηρεάζει τόσο το ρυθμό στο πρώτο μέρος της παράστασης, όσο και το δραματουργικό κτίσιμο του χαρακτήρα, ο οποίος σε κάποιους θεατές μπορεί να μένει λίγο ουδέτερος σε επίπεδο ουσιαστικής παρακίνησης.

Ίσως, τελικά, το “Κιβώτιο” να μην είναι μόνο μια αλληγορία για την προδοσία της ιδεολογίας, αλλά και για την προδοσία που ασκεί το ίδιο το άτομο στον εαυτό του, όταν παραδίδει άκριτα την ευθύνη της ύπαρξής του σε έναν σκοπό που δεν τόλμησε ποτέ να εξετάσει. Και μέσα σε αυτή τη ρωγμή — ανάμεσα στο καθήκον και στην ελευθερία — γεννιέται πάντα ένας βαθύτερος στοχασμός.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ





 

Σχόλια