Το έργο ενός καλλιτέχνη αναμετράται με ένα σύνολο πραγμάτων. Από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, μέχρι το κοινό που θα το αγκαλιάσει ή θα το αγνοήσει ή θα το πολεμήσει, μέχρι και την αντοχή αυτού στον αδυσώπητο χρόνο. Το τελευταίο φέρνει στο τραπέζι δύο σημαντικές έννοιες, αυτή της διαχρονικότητας, αλλά και της ιστορικότητας, αντίρροπες σε μεγάλο βαθμό. Η ανάγκη επίκλησης της ιστορικότητας στην τέχνη πάντα μου φάνταζε μίζερη, ιδίως μπροστά στο μεγαλείο ενός διαχρονικού δημιουργήματος, το οποίο μπορεί να αναμετρηθεί όχι μόνο με το χρόνο, αλλά και την ουσία της δημιουργικότητας, δηλαδή την ανάγκη να ακουμπά την ανθρώπινη ψυχή στο διηνεκές!
Η εισαγωγή αυτή με φέρνει - για μια ακόμη ανάρτηση - με το έργο του Ίψεν. Έχοντας παρακολουθήσει έργα του όπως το "Κουκλόσπιτο", η "Έντα Γκάμπλερ" και οι "Βρυκόλακες" θαύμαζα αφάνταστα την πρωτοποριακή ματιά αυτού του συγγραφέα, ο οποίος μετουσίωνε σε έργα τέτοιες αδιανόητα καινοτόμες σκέψεις για τα τέλη του 19ου αιώνα, ωστόσο ο πυρήνας των έργων του - αφήνοντας στην άκρη πιο πειραματικές σκηνοθεσίες - δεν ένιωθα ότι με αφορά τόσο στον 21ο αιώνα.
Η αλλαγή - για εμένα - έρχεται με τον "Έχθρό του Λαού", μέσα από μια δυστυχώς άσχημη θεατρική εμπειρία, αλλά αρκούντως αποκαλυπτική για το ίδιο το έργο. Η κριτική του Ίψεν στην οικονομική οργάνωση της παραγωγής, στους σύγχρονους πόλους κοινωνικής δύναμης και στη βαριά κοινωνική ευθύνη που φέρει ο καθένας μας, αποτέλεσε γροθιά στο στομάχι, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι έγραψε το έργο το 1882.
Στο ίδιο πλαίσιο, με εντελώς διαφορετική βέβαια προσέγγιση, ο "Αρχιμάστορας Σόλνες" αποτέλεσε μια ακόμη μεγάλη αποκάλυψη για την αξία αυτού του δημιουργού, εγκαθιδρύοντας μέσα μου την επανασύσταση που έγινε με τον "Εχθρό του Λαού". Εδώ, βέβαια, έχουμε να κάνουμε με ένα βαθιά υπαρξιακό και πιο συμβολικό κείμενο, το οποίο απέχει πολύ από όσο έχω δει μέχρι σήμερα από την εργογραφία του συγγραφέα.
Η αυθεντία του Σόλνες δεν πηγάζει από ακαδημαϊκές περγαμηνές, αλλά εδράζεται στο πέρασμα του χρόνου και στην αξιοποίηση των ανθρώπων και των περιστάσεων που βρέθηκαν στο διάβα του. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν αναφέρεται ως "αρχιτέκτονας", αλλά ως "αρχιμάστορας" (master builder), αναδεικνύοντας τόσο την καιροσκοπική διάσταση του χαρακτήρα, όσο υπογραμμίζοντας την εμπειρική του ανέλιξη που βασίζεται περισσότερο στην τυχαιότητα και στην εκμετάλλευση, παρά στην επένδυση και στην ηθική αυτοπραγμάτωση.
Στο δρόμο του αρχιμάστορα, που φλερτάρει πλέον ξεκάθαρα με την ύβρη, έρχεται έναν νεαρό κορίτσι, η Χίλντα, την οποία είχε γνωρίσει σε μια ευαίσθητη και αρκούντως ανήλικη εκδοχή της, δέκα χρόνια πριν. Δεν είναι για μένα σίγουρο εάν ο Ίψεν ήθελε να δώσει στη Χίλντα περισσότερο ρεαλιστικά παρά συμβολικά στοιχεία, αφού η ηρωίδα εξελίσσεται περισσότερο σαν μια ενοχική εσωτερική φωνή του ήρωα και δραματουργικός καταλύτης, παρά ως ένας ακόμη χαρακτήρας πλάι στους υπόλοιπους. Η Χίλντα είναι αυτή που θα ωθήσει το Σόλνες σε μια ψυχολογική δίνη, κάνοντας τον να διασχίσει ένα εσωτερικό καθαρτήριο, με τραγικές συνέπειες.
Δεν είναι τυχαίο ότι, πέραν των προσωπικών βιωμάτων που τον έχουν φέρει εδώ, η υπαρξιακή κρίση του Σόλνες πυροδοτείται από τον εγκλωβισμό που νιώθει ως εκπρόσωπος του παλιού, μπροστά, μάλιστα, σε ένα νέο καλύτερο, αρτιότερο και πιο ολοκληρωμένο. Η δύναμη και η ορμή του νέου είναι ασταμάτητη, όσο και να προσπαθήσει το κατεστημένο, αργά ή γρήγορα, σαν το νερό, θα βρει το δρόμο του και θα τα σαρώσει όλα στην πορεία του.
Στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων - Λευτέρης Βογιατζής, ο Γιώργος Σκεύας σκηνοθετεί και διασκευάζει το έργο του Ίψεν, με τον κεντρικό ρόλο να αναλαμβάνει ο Άρης Λεμπεσόπουλος. Όπως συχνά γράφω, τα κείμενά μου δεν έχουν σκοπό να κρίνουν μια παράσταση, τουλάχιστον από επαγγελματικής σκοπιάς. Πρώτον, γιατί δεν έχω την κατάρτιση να το κάνω. Δεύτερον και κυριότερον, γιατί η επαγγελματική ιδιότητα συνδυάζεται με αντιμισθία, κάτι που στη δική μου περίπτωση απουσιάζει παντελώς. Αυτό που, όμως, προσπαθώ μέσα από τα κείμενα μου είναι να εκφράσω σε λέξεις το θεατρικό βίωμα από μια παράσταση (όσο αυτό είναι δυνατό) και να προσεγγίσω σκέψεις που ξεπηδάνε σε σχέση είτε με το έργο καθαυτό, είτε με το καλλιτεχνικό προϊόν.
Η διασκευή, λοιπόν, του Σκεύα - και εκεί θέλω περισσότερο να σταθώ - μου προκάλεσε μία δυσθυμία. Πρώτα από όλα, η διπλή διανομή της Χίλντα απογείωσε την υπερβατική της φύση, η οποία ωστόσο ήταν ήδη αρκετή στο πρωτότυπο κείμενο. Μάλιστα εξαιτίας της έντονης μεταφυσικότητας, την οποία μεγέθυναν ένα σύνολο παραγόντων, όπως τα σκηνικά, οι υποκριτικές οδηγίες, η εκφορά του λόγου και οι αντιδράσεις του Σόλνες, θα έλεγε κανείς ότι το έργο εξελισσόταν σε μεγάλο βαθμό ως μια υποκειμενική ματιά του κεντρικού ήρωα, χωρίς τελικά να είμαστε σίγουροι εάν όλα αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα ή εξελίσσονταν απλά μέσα στο μυαλό του αρχιμάστορα, με ψήγματα σαφώς ρεαλισμού και πραγματικότητας. Παράλληλα, ο αποπροσανατολισμός αυτός, βρήκα ότι υπονόμευε τη διάσταση της ύβρις του κεντρικού ήρωα, άρα και της τελικής κάθαρσης, αφού αναδείκνυε περισσότερο μια διάσταση ψυχοπαθολογίας του χαρακτήρα, γεγονός που τον έκανε στιγμές πιο αρεστό στο κοινό. Παράλληλα, η εκφραστικότητα και η εκφορά του λόγου του Λαμπεσόπουλου, η κατάληξη των προτάσεων και η όλη η λεκτική και σωματική τοποθέτηση υπερτόνιζαν σε στιγμές το κωμικό στοιχείο, αποστερώντας τον θεατή από τη δυνατότητα να εμβαθύνει στον πυρήνα της υπαρξιακής αναζήτησης του κεντρικού ήρωα.
Γυρίζοντας στο πρωτότυπο κείμενο, αναρωτιέμαι τελικά ποιό είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την επιτυχία και την καταξίωση. Πόσο μπορεί να μας αλλοιώσει, όταν δεν έχουμε στέρεες βάσεις και ένα αξιακό σύστημα που να λειτουργεί ως αντίβαρο. Το στοίχημα δεν είναι να αποφύγουμε την επαγγελματική πτώση, αλλά την υπαρξιακή. Λέω συχνά ότι δεν με απασχολεί το μετά το θάνατον, καλώς ή κακώς νιώθω ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν εδώ. Αυτό που κάποιοι ονομάζουν παράδεισος είναι η ευλογία να αφήσουμε πίσω μας κάτι που να αντέχει λίγο περισσότερο από εμάς. Μπορεί να είναι μια οικουμενική παρακαταθήκη, μακάριος αυτός που θα το πετύχει, αλλά μπορεί να είναι και μια θύμιση μέσα από ένα σμάρι ανθρώπων. Από την άλλη, τι είναι η κόλαση; Η ανυπαρξία, η αίσθηση ότι πέρασες από αυτά τα χώματα, απλά για να μπεις μέσα τους. Ο Αρχιμάστορας Σόλνες, λοιπόν, τι πέτυχε, τον παράδεισο ή την κόλαση; Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι ποτέ εύκολες. Ίσως το μόνο βέβαιο είναι ότι κάθε τέτοια πτώση, μας καλεί να αναλογιστούμε όχι το ύψος που επιδιώκουμε ή έχουμε κατακτήσει, αλλά τον τρόπο που φτάνουμε ως εκεί και - προπάντων - τον τρόπο που στεκόμαστε πάνω του και αντέχουμε να το κατοικήσουμε.
👉Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου