Η φύση του "τέλους" μπορεί να είναι συνάμα τρομακτική και λυτρωτική. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, έτσι και το τέλος, δεν είναι μονοσήμαντο, τουλάχιστον ως προς τη μεταβατική του διάσταση.
Κι αν το τέλος έχει μια πολυδιάστατη ουσία, τότε δεν μπορεί να μην συμβαίνει το ίδιο και στις ανθρώπινες σχέσεις. Η φροντίδα μπορεί να φέρει στοιχεία στοργής, αλλά ταυτόχρονα να μετουσιώνει το άχθος της υποχρέωσης και της κατηγορηματικής προσταγής ή την αγωνία της αναβολής της ίδιας της ιδιωτικής ζωής και της προσωπικής εξέλιξης.
Τα πολλαπλά αυτά - σε μεγάλο βαθμό - υπαρξιακά ζητήματα λαμβάνουν γιγαντωμένες διαστάσεις σε ένα μεταποκαλυπτικό σκηνικό, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα και στην ίδια τη λεκτική επικοινωνία, η οποία απομένει οριακά ως το μόνο εργαλείο για να συνεχίσουν την παρτίδα μέχρι το τέλος και - ενδεχομένως - να ξεκινήσουν μια ακόμη γύρα, αν είναι σε θέση και με περίσσιο σθένος για να το πράξουν αυτό.
Το "Endgame" του Beckett κινείται στα βήματα του "Waiting for Godot", εξελισσόμενο σε ένα επίσης άχρονο σκηνικό, προσφιλές για το θέατρο του παραλόγου, το οποίο εντούτοις είναι σαφώς πιο οριοθετημένο εννοιολογικά. Σε αντίθεση με τον Εστραγκόν και τον Βλαντιμίρ, ο Χάμ και ο Κλοβ δικαιολογούνται να νιώθουν βαριά πάνω τους την απουσία της εξέλιξης, βιώνοντας την άκαμπτη λούπα της αδράνειας, η οποία εκδηλώνεται όχι μόνο πνευματικά, αλλά πρωτίστως σωματικά, με τον Χάμ να είναι καθηλωμένος σε ένα καροτσάκι-θρόνο, τον Κλοβ να κινείται περιορισμένα και σχεδόν μηχανικά και τους γονείς του Χάμ να κατοικοεδρεύουν σχεδόν διαμελισμένοι σε δυο βαρέλια-σκουπιδοτενεκέδες. Η σωματική ακινησία στο "Endgame" δεν λειτουργεί απλώς ως υπαρξιακό σύμπτωμα, αλλά ως δομικό στοιχείο μιας σχέσης απόλυτης αλληλεξάρτησης, μέσα στην οποία η φροντίδα και η εξουσία γίνονται σχεδόν αδιαχώριστες.
Δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος για τα νοήματα και τις προθέσεις του συγγραφέα όταν έχει να κάνει με το θέατρο του παραλόγου. Εξάλλου, η πλοκή και οι ήρωες των έργων δραπετεύουν από τις κλασικές θεατρικές φόρμες και τα πατήματα. Σε αντίθεση, όμως, με το "Waiting for Godot", το "Endgame" βρίσκω ότι είναι πολύ πιο στοχοπροσηλωμένο και ευθύ. Στον πυρήνα του διακρίνει κανείς τη διαγενεακή εξάρτηση και φροντίδα, ιδίως πριν τον ερχομό του τέλους της ζωής, ως προδιαγεγραμμένο στάδιο μεν, αβέβαιο ως προς την ακριβή επελευσή του δε. Η αποσύνθεση - ως εγγενές στοιχείο του τέλους - είναι διάχυτη στο έργο, σωματικά στους ήρωες, νοητικά στο λόγο τους και τον ειρμό της σκέψης τους, φυσικά στο τρίποδο σκυλί, σκηνικά στο τσιμεντένιο δωμάτιο, περιβαλλοντικά στην απουσία φύσης και κοινωνικά στο έλλειμμα λοιπών συναναστροφών.
Βλέποντας πέρσι τον εκπληκτικό Γκοντό του Μοσχόπουλου είχα γράψει ότι: "Στο σύμπαν τους, ο Εστραγκόν και ο Βλαντιμίρ νιώθουν ότι τίποτα δεν συμβαίνει, ενώ συμβαίνουν τόσα μα τόσα πολλά, σημάδια φωναχτά της δύναμης της εξέλιξης, την οποία, όμως, οι ήρωες, σχεδόν σαν έρμαια μιας ανώτερης δύναμης αδυνατούν να κατανοήσουν. Οι δύο ήρωες είναι τόσο αδιανόητα ελεύθεροι, που βαλτώνουν μέσα στην ανελευθερία που έχουν καταδικάσει τους εαυτούς τους.". Στο "Endgame" έχουμε ακριβώς το αντίθετο, οι χαρακτήρες ονειρεύονται μια ελευθερία, ένα τέλος, το οποίο μπορεί να μην είναι καν στα χέρια τους να έρθει, ανήμποροι και απόλυτα εξαρτώμενοι ο ένας από τον άλλον, ο καθένας για τους δικούς του διαφορετικούς λόγους. Ακόμη και αν το πολυπόθητο τέλος τελικά έρθει, οι ήρωες δεν είναι σίγουροι για το πώς θα το χειριστούν, τρέμουν με λίγα λόγια την επιθυμία τους, υπενθυμίζοντάς μας ότι η επιθυμία δεν θέλει απλά οραματισμό και αποφασιστικότητα, αλλά και τόλμη και σθένος διαχείρισης με την επέλευσή της!
Ο Μάκης Παπαδημητρίου σκηνοθετεί τον Μπέκετ πολύ διαφορετικά από το Μοσχόπουλο. Ενώ σέβεται τις οδηγίες του συγγραφέα, υπερθεματίζει το κωμικό στοιχείο, υποβιβάζοντας σημαντικά το υπαρξιακό. Είναι αυτό κακό; Εξαρτάται πως θα το δει κανείς! Προσωπικά δεν θα με πείραζε εάν αυτό γινόταν με ένα πιο φλεγματικό τρόπο. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης προσεγγίζει την κωμικότητα με έναν συνδυασμό punchline αισθητικής και εκφραστικής πλαστικότητας που εκβιάζει το γέλιο στο κοινό, το οποίο ομολογουμένως σε ένα ελληνικό mainstream - ως επί το πλείστον - κοινό μπορεί και να λειτουργεί εν τέλει. Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι ο Παπαδημητρίου το πράττει αυτό με γνώμονα το κοινό, αλλά καρικατουρίζει τους ήρωες για να εξάγει το κωμικό στοιχείο. Στο τέλος, όμως, η νοητική σύγχυση των ηρώων σκιαγραφείται ή προσεγγίζεται περισσότερο ως αφέλεια ή υστέρηση, παρά ως μια γνήσια υπαρξιακή και αινιγματική περιδήνηση. Όταν η σύγχυση αυτή μεταφράζεται σκηνικά κυρίως ως αφέλεια ή υστέρηση, το αίνιγμα του Μπέκετ υποχωρεί, καθώς η υπαρξιακή ασάφεια αντικαθίσταται από μια αναγνωρίσιμη και ασφαλή κωμική φόρμα. Για να είμαι δίκαιος, βρήκα ότι ο Χρυσοστόμου προσπάθησε να διαφοροποιηθεί λίγο από αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση, κυρίως εκφραστικά, αλλά ένας κούκος δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη!
Θα έλεγα ότι αν πέρσι ο Μοσχόπουλος ανέβασε έναν μη πατερναλιστικό Μπέκετ, αφήνοντας το θεατή να οδηγηθεί εκεί που θέλει ο ίδιος, τότε ο Παπαδημητρίου ανέβασε έναν πιο παρελκυστικό Μπέκετ, περιορίζοντας το θεατή στην καθαρή κωμικότητα των καταστάσεων, παρά στην υπογράμμιση της δραματικότητας αυτής της κωμικότητας. Δεν πρόκειται εδώ για ζήτημα ορθής ή λανθασμένης ανάγνωσης, αλλά για διαφορετικές σκηνοθετικές προθέσεις ή προτεραιότητες. Κλασικό εξάλλου το δίλημμα, εάν η σκηνοθεσία επιλέγει να αφήσει τον θεατή μόνο απέναντι στο αίνιγμα του κειμένου (ιδίως στο θέατρο του παράλογου) ή να τον καθοδηγήσει προς μια συγκεκριμένη συναισθηματική εκτόνωση. Ο Παπαδημητρίου νομίζω ότι είναι σαφής ως προς τις προθέσεις του, ακόμη και σε επίπεδο προωθητικής αφίσας, τόσο με τον επεξηγηματικό υπότιτλο "Dark Comedy", όσο και εκφραστικά με την πρόταξη της γλώσσας από τους δύο πρωταγωνιστές. Παρότι σε κάποιο μέρος του κοινού αυτή η επιλογή μπορεί να είναι ακόμη και ελκυστική, για μένα στέκει ως το κεντρικό σκηνοθετικό και επακόλουθα υποκριτικό μειονέκτημα της παράστασης.
Ίσως, τελικά, το "Endgame" να αφορά στην αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε το τέλος όταν αυτό βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, περιμένουμε να σταματήσει αυτό που συμβαίνει, χωρίς να είμαστε βέβαιοι αν η παύση θα μας λυτρώσει ή θα μας αφήσει ακίνητους μπροστά στο κενό, τρεμάμενοι όταν αυτό θα μας κοιτά κατάματα. Κι έτσι, το τέλος μετατρέπεται σε μια παράδοξη συνθήκη διαρκούς αναβολής, όπου η επιθυμία για λύση συνυπάρχει με το φόβο της ολοκλήρωσής της. Μα και στην περίπτωση που το τέλος είναι δεδομένο ή επέλθει, ο χρόνος μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει χωρίς κατεύθυνση, αφήνοντας το υποκείμενο με μια συνθήκη που δεν μπορεί ούτε να ολοκληρωθεί, ούτε να ανακληθεί, ούτε να εκκινήσει εκ νέου.
Κι αν το τέλος έχει μια πολυδιάστατη ουσία, τότε δεν μπορεί να μην συμβαίνει το ίδιο και στις ανθρώπινες σχέσεις. Η φροντίδα μπορεί να φέρει στοιχεία στοργής, αλλά ταυτόχρονα να μετουσιώνει το άχθος της υποχρέωσης και της κατηγορηματικής προσταγής ή την αγωνία της αναβολής της ίδιας της ιδιωτικής ζωής και της προσωπικής εξέλιξης.
Τα πολλαπλά αυτά - σε μεγάλο βαθμό - υπαρξιακά ζητήματα λαμβάνουν γιγαντωμένες διαστάσεις σε ένα μεταποκαλυπτικό σκηνικό, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα και στην ίδια τη λεκτική επικοινωνία, η οποία απομένει οριακά ως το μόνο εργαλείο για να συνεχίσουν την παρτίδα μέχρι το τέλος και - ενδεχομένως - να ξεκινήσουν μια ακόμη γύρα, αν είναι σε θέση και με περίσσιο σθένος για να το πράξουν αυτό.
Το "Endgame" του Beckett κινείται στα βήματα του "Waiting for Godot", εξελισσόμενο σε ένα επίσης άχρονο σκηνικό, προσφιλές για το θέατρο του παραλόγου, το οποίο εντούτοις είναι σαφώς πιο οριοθετημένο εννοιολογικά. Σε αντίθεση με τον Εστραγκόν και τον Βλαντιμίρ, ο Χάμ και ο Κλοβ δικαιολογούνται να νιώθουν βαριά πάνω τους την απουσία της εξέλιξης, βιώνοντας την άκαμπτη λούπα της αδράνειας, η οποία εκδηλώνεται όχι μόνο πνευματικά, αλλά πρωτίστως σωματικά, με τον Χάμ να είναι καθηλωμένος σε ένα καροτσάκι-θρόνο, τον Κλοβ να κινείται περιορισμένα και σχεδόν μηχανικά και τους γονείς του Χάμ να κατοικοεδρεύουν σχεδόν διαμελισμένοι σε δυο βαρέλια-σκουπιδοτενεκέδες. Η σωματική ακινησία στο "Endgame" δεν λειτουργεί απλώς ως υπαρξιακό σύμπτωμα, αλλά ως δομικό στοιχείο μιας σχέσης απόλυτης αλληλεξάρτησης, μέσα στην οποία η φροντίδα και η εξουσία γίνονται σχεδόν αδιαχώριστες.
Δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος για τα νοήματα και τις προθέσεις του συγγραφέα όταν έχει να κάνει με το θέατρο του παραλόγου. Εξάλλου, η πλοκή και οι ήρωες των έργων δραπετεύουν από τις κλασικές θεατρικές φόρμες και τα πατήματα. Σε αντίθεση, όμως, με το "Waiting for Godot", το "Endgame" βρίσκω ότι είναι πολύ πιο στοχοπροσηλωμένο και ευθύ. Στον πυρήνα του διακρίνει κανείς τη διαγενεακή εξάρτηση και φροντίδα, ιδίως πριν τον ερχομό του τέλους της ζωής, ως προδιαγεγραμμένο στάδιο μεν, αβέβαιο ως προς την ακριβή επελευσή του δε. Η αποσύνθεση - ως εγγενές στοιχείο του τέλους - είναι διάχυτη στο έργο, σωματικά στους ήρωες, νοητικά στο λόγο τους και τον ειρμό της σκέψης τους, φυσικά στο τρίποδο σκυλί, σκηνικά στο τσιμεντένιο δωμάτιο, περιβαλλοντικά στην απουσία φύσης και κοινωνικά στο έλλειμμα λοιπών συναναστροφών.
Βλέποντας πέρσι τον εκπληκτικό Γκοντό του Μοσχόπουλου είχα γράψει ότι: "Στο σύμπαν τους, ο Εστραγκόν και ο Βλαντιμίρ νιώθουν ότι τίποτα δεν συμβαίνει, ενώ συμβαίνουν τόσα μα τόσα πολλά, σημάδια φωναχτά της δύναμης της εξέλιξης, την οποία, όμως, οι ήρωες, σχεδόν σαν έρμαια μιας ανώτερης δύναμης αδυνατούν να κατανοήσουν. Οι δύο ήρωες είναι τόσο αδιανόητα ελεύθεροι, που βαλτώνουν μέσα στην ανελευθερία που έχουν καταδικάσει τους εαυτούς τους.". Στο "Endgame" έχουμε ακριβώς το αντίθετο, οι χαρακτήρες ονειρεύονται μια ελευθερία, ένα τέλος, το οποίο μπορεί να μην είναι καν στα χέρια τους να έρθει, ανήμποροι και απόλυτα εξαρτώμενοι ο ένας από τον άλλον, ο καθένας για τους δικούς του διαφορετικούς λόγους. Ακόμη και αν το πολυπόθητο τέλος τελικά έρθει, οι ήρωες δεν είναι σίγουροι για το πώς θα το χειριστούν, τρέμουν με λίγα λόγια την επιθυμία τους, υπενθυμίζοντάς μας ότι η επιθυμία δεν θέλει απλά οραματισμό και αποφασιστικότητα, αλλά και τόλμη και σθένος διαχείρισης με την επέλευσή της!
Ο Μάκης Παπαδημητρίου σκηνοθετεί τον Μπέκετ πολύ διαφορετικά από το Μοσχόπουλο. Ενώ σέβεται τις οδηγίες του συγγραφέα, υπερθεματίζει το κωμικό στοιχείο, υποβιβάζοντας σημαντικά το υπαρξιακό. Είναι αυτό κακό; Εξαρτάται πως θα το δει κανείς! Προσωπικά δεν θα με πείραζε εάν αυτό γινόταν με ένα πιο φλεγματικό τρόπο. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης προσεγγίζει την κωμικότητα με έναν συνδυασμό punchline αισθητικής και εκφραστικής πλαστικότητας που εκβιάζει το γέλιο στο κοινό, το οποίο ομολογουμένως σε ένα ελληνικό mainstream - ως επί το πλείστον - κοινό μπορεί και να λειτουργεί εν τέλει. Δεν νομίζω, ωστόσο, ότι ο Παπαδημητρίου το πράττει αυτό με γνώμονα το κοινό, αλλά καρικατουρίζει τους ήρωες για να εξάγει το κωμικό στοιχείο. Στο τέλος, όμως, η νοητική σύγχυση των ηρώων σκιαγραφείται ή προσεγγίζεται περισσότερο ως αφέλεια ή υστέρηση, παρά ως μια γνήσια υπαρξιακή και αινιγματική περιδήνηση. Όταν η σύγχυση αυτή μεταφράζεται σκηνικά κυρίως ως αφέλεια ή υστέρηση, το αίνιγμα του Μπέκετ υποχωρεί, καθώς η υπαρξιακή ασάφεια αντικαθίσταται από μια αναγνωρίσιμη και ασφαλή κωμική φόρμα. Για να είμαι δίκαιος, βρήκα ότι ο Χρυσοστόμου προσπάθησε να διαφοροποιηθεί λίγο από αυτή τη σκηνοθετική προσέγγιση, κυρίως εκφραστικά, αλλά ένας κούκος δεν μπορεί να φέρει την άνοιξη!
Θα έλεγα ότι αν πέρσι ο Μοσχόπουλος ανέβασε έναν μη πατερναλιστικό Μπέκετ, αφήνοντας το θεατή να οδηγηθεί εκεί που θέλει ο ίδιος, τότε ο Παπαδημητρίου ανέβασε έναν πιο παρελκυστικό Μπέκετ, περιορίζοντας το θεατή στην καθαρή κωμικότητα των καταστάσεων, παρά στην υπογράμμιση της δραματικότητας αυτής της κωμικότητας. Δεν πρόκειται εδώ για ζήτημα ορθής ή λανθασμένης ανάγνωσης, αλλά για διαφορετικές σκηνοθετικές προθέσεις ή προτεραιότητες. Κλασικό εξάλλου το δίλημμα, εάν η σκηνοθεσία επιλέγει να αφήσει τον θεατή μόνο απέναντι στο αίνιγμα του κειμένου (ιδίως στο θέατρο του παράλογου) ή να τον καθοδηγήσει προς μια συγκεκριμένη συναισθηματική εκτόνωση. Ο Παπαδημητρίου νομίζω ότι είναι σαφής ως προς τις προθέσεις του, ακόμη και σε επίπεδο προωθητικής αφίσας, τόσο με τον επεξηγηματικό υπότιτλο "Dark Comedy", όσο και εκφραστικά με την πρόταξη της γλώσσας από τους δύο πρωταγωνιστές. Παρότι σε κάποιο μέρος του κοινού αυτή η επιλογή μπορεί να είναι ακόμη και ελκυστική, για μένα στέκει ως το κεντρικό σκηνοθετικό και επακόλουθα υποκριτικό μειονέκτημα της παράστασης.
Ίσως, τελικά, το "Endgame" να αφορά στην αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε το τέλος όταν αυτό βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, περιμένουμε να σταματήσει αυτό που συμβαίνει, χωρίς να είμαστε βέβαιοι αν η παύση θα μας λυτρώσει ή θα μας αφήσει ακίνητους μπροστά στο κενό, τρεμάμενοι όταν αυτό θα μας κοιτά κατάματα. Κι έτσι, το τέλος μετατρέπεται σε μια παράδοξη συνθήκη διαρκούς αναβολής, όπου η επιθυμία για λύση συνυπάρχει με το φόβο της ολοκλήρωσής της. Μα και στην περίπτωση που το τέλος είναι δεδομένο ή επέλθει, ο χρόνος μπορεί να συνεχίζει να υπάρχει χωρίς κατεύθυνση, αφήνοντας το υποκείμενο με μια συνθήκη που δεν μπορεί ούτε να ολοκληρωθεί, ούτε να ανακληθεί, ούτε να εκκινήσει εκ νέου.
👉 Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση μπορείτε να δείτε εδώ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου