Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι | ⏺⏺⏺◖

«Ο μόνος τρόπος να αποδεσμευτείς από τον πειρασμό είναι αν υποκύψεις σε αυτόν!»

Με αυτή την έκφραση, ο Όσκαρ Ουάιλντ, οριοθετεί τον ηδονισμό τόσο υπέροχα. Στο έργο του «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι» ερχόμαστε σε επαφή με το ταξίδι ζωής ενός νεαρού νάρκισσου, ο οποίος κυνηγά τη νιότη, την ομορφιά και ό,τι αυτά τα δύο στοιχεία μετουσιώνουν σε επίπεδο εμπειριών, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, πιο πέρα ακόμη και από το φυσικώς δυνατό. Σε μια ιδιότυπη συμφωνία με το διάβολο, ο Ντόριαν Γκρέι ανταλλάσσει την ίδια του την ψυχή για να κρατήσει αμετάλλακτη την εικόνα του, αυτό που αγόγγυστα ο καθένας μας μπορεί να «πουλήσει». Ωστόσο, όταν διαπράττεται η ύβρις, πάντα θα την ακολουθήσει η νέμεσις!

Ο Ουάιλντ υπήρξε ένας από τους πιο καυστικούς διανοητές των τελών του 19ου αιώνα, με μια πένα τόσο εύστοχη, όσο δεν κατάφεραν πολλοί συγγραφείς που ακολούθησαν, ακόμα και μοντέρνοι στοχαστές. Ισορρόπησε με έναν πολύ εύθραυστο τρόπο μεταξύ ρομαντισμού και ειρωνικής οξυδέρκειας, τροφοδοτώντας μας μέχρι και σήμερα από αδιανόητα πυκνές σε νόημα και ουσία προτάσεις.

Τα πάθη των ανθρώπων συμπλέκονται αριστοτεχνικά στο λόγο του συγγραφέα με το νόημα της ύπαρξης. Παρότι υπήρξε ένας άντρας σε μεγάλο βαθμό σκλάβος των παθών του, ο Ουάιλντ διέθετε την οξυδέρκεια να διακρίνει το τίμημα — ακόμη κι αν δεν κατάφερνε πάντοτε να το αποδεχθεί στη δική του ζωή. Ίσως αυτό να έχει ιδιαίτερη αξία σήμερα, σε μια εποχή όπου η επίγνωση του τιμήματος και η συμφιλίωση με τις συνέπειες των επιλογών μας μοιάζουν ολοένα και πιο δύσκολες.

Το μέτρο, η ουσία εν πολλοίς της ύπαρξης, χάνεται διαρκώς στην εποχή της εικόνας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η ομορφιά αποτέλεσε διαχρονικά την κινητήριο δύναμη της ανθρωπότητας, παρέα με το χρήμα, τον έρωτα και τη φιλοδοξία. Από την άλλη όμως, η γνώση ότι η ομορφιά είναι κάτι το πεπερασμένο, έφερνε συνεχώς τον άνθρωπο με την ανάγκη να την υπερβεί, να επενδύει σε κάτι παράπλευρο, το οποίο θα μπορεί να γίνει το αποκούμπι του, όταν αυτή θα έφθινε. Σε αντίθεση με την αλαζονεία του Ντόριαν, οι περισσότεροι άνθρωποι αναγνώριζαν διαχρονικά την ματαιότητα της φθοράς, μέσα από αναμφίβολες υπαρξιακές κρίσεις.

Το παραπάνω, όμως, πλαίσιο, στην εποχή της σύγχρονης εικόνας, των κοινωνικών δικτύων και της επιστημονικής προόδου μεταλλάσσεται. Οι άνθρωποι αναζητούν τη συντήρηση της εικόνας τους με πολλαπλά μέσα: παρεμβατικές ιατρικές μεθόδους, καλλυντικά, ηλεκτρονικά φίλτρα, ακόμα και δυστοπικές εκδόσεις τους μέσω avatars. Τη ρεαλιστική μας εικόνα έρχεται σταδιακά να υποκαταστήσει η ψηφιακή μας εικόνα, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ο Ντόριαν του μέλλοντος, δεν θα κρύβει στη σοφίτα την προσωπογραφία του που θα γερνάει, αλλά θα γερνά ο ίδιος σε μια σοφίτα και θα ζει τη ζωή του το αγέραστο ψηφιακό του ολόγραμμα.

Μεταξύ άλλων, τα παραπάνω προσεγγίζει η θεατρική διασκευή του έργου του Ουάιλντ που ανεβαίνει στο Θέατρο Πορεία, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγιοπετρίτη-Μπογδάνου. Το έργο βασίζεται, βέβαια, στη διεθνή διασκευή του Kip Williams, οπότε σε μεγάλο βαθμό ο Μπογδάνος αναγκάζεται να κινηθεί πάνω σε ένα οριοθετημένο πλαίσιο που του θέτει η διεθνής διασκευή.

Απομακρυνόμενος λίγο από το κείμενο, οφείλω να δηλώσω ενθουσιασμένος από το εγχείρημα, το οποίο αποστασιοποιείται ουσιαστικά από αυτό που θα ονομάζαμε συμβατικά θέατρο. Η τεχνολογία δεν αποτελεί μόνο αφηγηματικό πυρήνα της διασκευής του κειμένου, αλλά και ουσιαστικό εργαλείο δραματουργικής αφήγησης, σκηνογραφίας, υποκριτικής τοποθέτησης και σκηνοθετικής γραμμής. Θα έλεγα – κάπως αφελώς – ότι η παράσταση συγκαταλέγεται σε ένα παράδειγμα μετά-θεάτρου που συνδυάζει στοιχεία οπτικοακουστικής τεχνολογίας και κινηματογράφησης. Για κάποιον που επιθυμεί να παρακολουθήσει συμβατικό θέατρο, οριακά το έργο μπορεί να φανεί μέχρι και προσβλητικό. Είναι δεδομένο ότι ο θεατής πρέπει να δει την παράσταση με ένα πιο ανοιχτό βλέμμα, παραβλέποντας την ομολογουμένως παραπλανητική διαφήμιση ότι η Ν. Κοντογεώργη ερμηνεύει 26 ρόλους επί σκηνής. Η πρωταγωνίστρια ερμηνεύει υπέροχα 26 χαρακτήρες, πράγματι, αλλά όχι όλους επί σκηνής, γιατί αυτό θα απαιτούσε μια διαφορετική θεατρική διασκευή. Η Κοντογεώργη περιδιαβαίνει με αριστοτεχνικό τρόπο τους ρόλους, συχνά τους τοποθετεί να συνδιαλέγονται, μέσα από πολλαπλά τεχνικά κανάλια, άλλα θεατρικά, άλλα κινηματογραφικά, άλλα ψηφιακά και άλλα μέσω βιντεοληπτικής παραλλαγής.

Η παράσταση αποτελεί ένα πρώιμο ίσως δείγμα του θεάτρου που θα μπορούμε να βλέπουμε σε λίγα χρόνια. Και παρότι πολλοί θα αντιταχθούν στην ιδέα λέγοντας ότι αυτό δεν θα έπρεπε να οριοθετείται ως θέατρο, θα έλεγα ότι η ιστορία μένει να δείξει τι ακριβώς θα είναι αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος, το νόημα, η αφήγηση, η υποκριτική, η σκηνογραφία, τα φώτα και η σκηνοθεσία είναι εκεί, μόνο που στην εξίσωση μπαίνει και το ψηφιακό στοιχείο, χωρίς αυτό να αλλοιώνει την ουσία του αποτελέσματος.

Γυρίζοντας στο κείμενο, η σύγχρονη αυτή θεατρική διασκευή μας κάνει να προβληματιστούμε πάνω στο πως τα σύγχρονα μέσα, ψηφιακά ή μη, κάνουν ακόμη και εκείνους που δεν έχουν τα εχέγγυα να γίνουν Ντόριαν Γκρέι, κατά την έννοια του Oυάιλντ, να ρέπουν αθεράπευτα προς το ναρκισσισμό. Η αποτυχία της ψηφιακής ή κοινωνικής αναγνώρισης, μάλιστα, μπορεί να τους φθείρει σε τέτοιο βαθμό, που βιώνουν την απόρριψη δυσανάλογα μεγεθυμένη, βαλτώνοντας μέσα σε μια υπαρξιακή κρίση και κατάθλιψη που λειτουργεί ως σύγχρονο μαρτύριο του Σισύφου. Μάλιστα, η ψηφιακή τους προσωπικότητα μπορεί να παρουσιάζει συχνά αποσχιστικές και αυτονομιστικές τάσεις από την πραγματική προσωπικότητα, γεγονός που καθίσταται ακόμη πιο ανησυχητικό σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον βρήκα σημείο της παράστασης όπου η ψηφιακή έκδοση της ηθοποιού διεκδικεί από την φυσική ηθοποιό το ρόλο της αφηγήτριας και μέσω μιας σύντομης διένεξης, η ψηφιακή περσόνα χάνει τη μάχη. Αναρωτιέμαι, βέβαια, για πόσο ακόμη;

Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι η ψηφιακή μας εικόνα διεκδικεί χώρο από την πραγματική, αλλά ότι εμείς οι ίδιοι αρχίζουμε να της τον παραχωρούμε πρόθυμα. Κι αν ο Ντόριαν του Ουάιλντ πάλευε με ένα πορτρέτο που τον πρόδιδε, ο δικός μας Ντόριαν παλεύει με μια εκδοχή του εαυτού του που δεν γερνά, δεν προβληματίζεται, δεν αμφιβάλλει, δεν στοχάζεται, δεν επαναστατεί, δεν πονά και δεν χαίρεται — μια εκδοχή που δεν βιώνει τίποτα αληθινό. Το ερώτημα δεν είναι αν θα νικήσουμε αυτή την εικόνα, αλλά αν θα αντέξουμε να ζήσουμε δίπλα της χωρίς να χαθούμε μέσα της. Γιατί πώς να φτάσει κανείς στην ευδαιμονία, όταν δεν οραματίζεται ενδοσκοπικά την αυτοπραγμάτωση που επιθυμεί, αλλά την αναζητά μονοδιάστατα μέσα από έναν αέναο ετεροπροσδιορισμό;

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.


 

Σχόλια