Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Οι Καρέκλες | ⏺⏺⏺

Οι βιβλικές φιγούρες του Αδάμ και της Εύας ήταν γεμάτες νιότη, σφρίγος και ξενοιασιά μέσα στον κήπο της Εδέμ. Πρωτόπλαστες φιγούρες, ενός νέου κόσμου! Οι πρώτοι άνθρωποι ήταν καταδικασμένοι να κουβαλούν την ελπίδα της ανθρωπότητας. Παρότι, βέβαια, όλο αυτό δεν πήγε τελικά και τόσο καλά, οι πρωτόπλαστοι αποτέλεσαν μια κάποια αφετηρία, εμβαπτισμένοι μέσα στον πόνο και στο αίμα. Η σημειολογία τους, όπως και τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, φέρει ένα μέγα δίπολο, αυτό της ελπίδας και της ματαιότητας - εξαρτάται πως το βλέπει κάθε φορά κανείς. 

Τι θα συνέβαινε, όμως, εάν βλέπαμε τη Δημιουργία από την ανάποδη, κοντά στο τέλος του κόσμου, σε μια φανταστική περίπτωση "εσχατόπλαστων" (εάν υπάρχει κάτι τέτοιο); 

Νομίζω ότι αυτή την ιδέα σχηματοποιεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο ο Ευγένιος Ιονέσκο στο έργο του "Οι Καρέκλες", τοποθετώντας ένα ζευγάρι γέρων στο τελευταίο σημείο του κόσμου, εκεί που δεν έχει μείνει πια κανείς, παρά μόνο οι δυό τους να ατενίζουν το απόλυτο τίποτα του αύριο και να αναπολούν τις διακλαδώσεις του χτες. Μια πληθώρα αόρατων καλεσμένων του παρελθόντος - ίσως και του παρόντος - κατακλύζουν σιγά-σιγά το μικροσκοπικό νησί απρόσκλητοι, για να ακούσουν το μανιφέστο του νοήματος της ζωής. Πόσους μπορούν, όμως, τα δύο γερόντια να διαχειριστούν, να αντέξουν, να φιλοξενήσουν στη θύμισή τους; Η άσκηση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, όταν παρότι οι ίδιοι άυλοι, οι καρέκλες που απαιτούν για να κάτσουν έχουν υλική υπόσταση, λειτουργώντας ως ιδιότυπα ψυχικά βαρίδια.   

Αυτοί οι δύο "εσχατόπλαστοι" του Ιονέσκο βιώνουν σε μια νύχτα όλα τα συναισθήματα της ανθρωπότητας: τον έρωτα που σου τρώει τα σωθικά και την αγάπη που σε θρέφει, την αγωνία της προσμονής και τη ματαιότητα της αναμονής, τη γλυκιά συντροφικότητα και τη φθορά της συνήθειας, την αδυναμία του να μην μπορείς να ζήσεις χωρίς τον άλλον και το μίσος στο πρόσωπο του άλλου που φέρνει η καθημερινή συνύπαρξη, τα όνειρα που κάνουμε σε δίπολα και τα όνειρα που χάνουμε εξαιτίας των υποχωρήσεών μας υπάρχοντας μέσα σε δίπολα. 

Ο ίδιος ο Ιονέσκο αναφερόμενος στο έργο του, δηλώνει ότι δεν επιθυμεί οι θεατές να αντιληφθούν τους δύο ηλικιωμένους μέσα από το πρίσμα του ρεαλισμού, παρά να προσεγγίσουν το απόλυτο τίποτα μέσα από το παράλογο. Οι πολυάριθμες - χωρίς καθήμενους - καρέκλες, σε μεγάλο βαθμό, συμβολίζουν ακριβώς αυτό - την ουσιαστική ματαιότητα της απουσίας, η οποία όμως μέσα μας φέρει κάποιο βάρος. Θες ο νοητικός χώρος που πιάνουν οι άδειες καρέκλες στη ζωή μας, θες το ψυχικό άχθος της θύμησης των καρεκλών, θες εν τέλει την απουσία ανθρώπινης επαφής και χαμένων ευκαιριών που οι καρέκλες συμβολίζουν;  

Την ίδια στιγμή, οι δύο πρωταγωνιστές τελούν σε ένα καθεστώς σύγχυσης, το οποίο επέρχεται τόσο από τη φύση του θεάτρου του παραλόγου, όσο και από την αναποφασιστικότητα των ρόλων που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές αναλαμβάνουν κατά τη διάρκεια του έργου. Το παλαντζάρισμα ανάμεσα στο παιδί και στον άνδρα, στη σύζυγο και στη μητέρα, είναι ευδιάκριτα μέσα στο έργο, διογκώνοντας το αίσθημα του παραλόγου και τη ματαιότητα της ανύπαρκτης ή δυσδιάκριτης πραγματικότητας.  

Ο ανθρώπινος νους φαίνεται συχνά να αντιστέκεται στο παράλογο και στο αφηρημένο· δεν είναι εξοικειωμένος με την έλλειψη σταθερών σημείων αναφοράς, ιδίως όταν δεν του προσφέρεται κάποια μορφή καθοδήγησης. Νομίζω ότι αυτό διέκριναν - μεταξύ άλλων - ως ιδιαίτερα ελκυστικό στοιχείο οι εκπρόσωποι του θεάτρου του παραλόγου. Με αυτόν τον τρόπο, οι εκπρόσωποι του θεάτρου του παραλόγου φαίνεται να δοκιμάζουν τα όρια του θεατή, ο οποίος σχεδόν ενστικτωδώς αναζητά τελεολογία και συνοχή. Ο σκοπός, ο στόχος και το αντικείμενο των πράξεων μας είναι βαθιά συνδεδεμένα με την ανθρώπινη ύπαρξη και παρακίνηση. Σε μια βαθιά τραυματισμένη μεταπολεμική εποχή, το θέατρο του παραλόγου επιχειρεί να αμφισβητήσει αυτή την ανάγκη για βεβαιότητα, αναδεικνύοντας τη ματαιότητα, τη μοναξιά και την αποσύνδεση ως κεντρικές εμπειρίες της ανθρώπινης κατάστασης. Παρότι όλα αυτά τα συναισθήματα, για το μέσο άνθρωπο, φέρουν ένα βαρύ αρνητικό αισθησιακό φορτίο, την ίδια στιγμή - με την κατάλληλη επεξεργασία - μπορούν να αποδειχθούν σχεδόν απελευθερωτικά για το βαρύ νόημα της ύπαρξης σε επίπεδο νομοτέλειας. 

Δεν είναι προθεσή μου να αναλύσω συνολικά το θέατρο του παραλόγου. Ωστόσο, με αυτή την ακροθιγή περιγραφή, θέλω να σημειώσω ότι το έργο αν και βαθιά απαισιόδοξο, είναι την ίδια στιγμή εξαιρετικά απελευθερωτικό, καθώς μέσα από την ανάδειξη της ματαιότητας, αναδεικνύει, μέσα από τη ματαιότητα, τη σημασία του βιώματος και την αποφυγή απωθημένων. Ίσως το έργο να λειτουργεί ως ένα υπαρξιακό αντιπαράδειγμα – όχι τόσο ως οδηγός του τι πρέπει να πράξουμε, όσο ως υπενθύμιση του τι ενδέχεται να συσσωρεύσουμε, αν παραμελήσουμε το βίωμά μας. Εξάλλου, μέσω της τέχνης ανοίγουμε δρόμους προς ενδοσκόπηση και στοχασμό, πλοηγούμενοι μέσα στα μυστήρια της ύπαρξης.  

Στην τελευταία - μάλλον - παράσταση που είδα φέτος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, ο Πάνος Παπαδόπουλος και η Μαρία Διακοπαναγιώτου σκηνοθετούν και υποδύονται τους δύο ηλικιωμένους στο έργο "Οι Καρέκλες" του Ιονέσκο. Συνολικά πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα. Θα ξεχωρίσω, όμως, ιδιαίτερα την επιμέλεια της κίνησης της Εύης Σούλη, η οποία με έναν αριστοτεχνικό τρόπο - και με την υλοποίηση βεβαίως των οδηγιών της από τους δύο πρωταγωνιστές - έφερε επί σκηνής γλαφυρά την εμπειρία του ηλικιωμένου ζευγαριού, έχοντας ως πρώτη ύλη δύο νέα παιδιά που σφύζουν από ενέργεια. Και στους τρεις αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. 

Ίσως τελικά οι «Καρέκλες» να μη μιλούν μόνο για την απουσία των άλλων, αλλά και για τις σιωπές που συσσωρεύονται μέσα μας. Για τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, για τις παρουσίες που δεν κατοικήθηκαν όσο τους άξιζε, για τα αισθήματα που αγνοήσαμε ή καταπιέσαμε. Εξάλλου, ακόμα και όταν οι πρωταγωνιστές φεύγουν, οι καρέκλες μένουν. Όχι μόνο ως σκηνικό εύρημα, αλλά ως μια υπενθύμιση ότι κάθε ζωή γεμίζει, σιωπηλά, με όσα ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν και με όσα τολμήθηκαν ή όχι. Ο Ιονέσκο δεν μας καλεί να εξηγήσουμε το παράλογο ή το κενό, μα μας ζητά μόνο να το αντέξουμε. Με αυτό το βίωμα, με αυτή τη συμφιλίωση διαχειριζόμαστε το τέλος, ελπίζοντας αυτό να συμβεί με ένα αίσθημα περισσότερο πρόκλησης, παρά απελπισίας.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ





Σχόλια