Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τζένη - Τζένη | ⏺⏺⏺◖

Η συζήτηση γύρω από το θεατρικό ζητούμενο είναι μακρά και μοιάζει συχνά με στροβιλισμό μέσα σε έναν φαύλο κύκλο. Το ποντάρισμα, όμως, στο θεατρικό γενόμενο είναι πάντα μια ασφαλής επιλογή για να επενδύσεις τις προσδοκίες σου, και ως γενόμενο εννοώ τόσο τη διαδικασία που βηματίζει προς τη γέννηση, όσο και τη γέννηση καθαυτή. Την ίδια στιγμή, η δραματουργική πράξη φέρνει στο προσκήνιο άλλη μία προαιώνια διελκυστίνδα: ποια είναι, τελικά, η σχέση του σκηνοθέτη με το υπόλοιπο πλήρωμα;

Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά ή με ψυχανεμίζονται μέσα από τα κείμενά μου, ξέρουν πως είμαι οπαδός της «σχετικής δικτατορίας» του σκηνοθέτη πάνω στους ηθοποιούς—μια στάση που μάλλον με κατατάσσει στους πιο στυγνούς υποστηρικτές της φορμαλιστικής προσέγγισης και μισητή προσωπικότητα για την πλειονότητα των ηθοποιών. Σαφώς και δεν λησμονώ την αξία αυτού που στα οικονομικά ονομάζουμε co-creation (συνδημιουργία). Εντούτοις, στο πλαίσιο των προσωπικών μου αναζητήσεων, με γοητεύει περισσότερο η αυστηρή φόρμα και τα όρια που θέτει το σκηνοθετικό όραμα. Με αυτόν τον τρόπο κινούμαι με μεγαλύτερη ασφάλεια, έστω κι αν αυτή η ροπή οδηγεί συχνά σε μια αυτοεκπληρούμενη προσδοκία που αναπαράγει το ίδιο μοτίβο, στερώντας μου το ξάφνιασμα του διαφορετικού και την ουσία της προόδου. Για το λόγο αυτό, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, επιλέγω συνειδητά να βγαίνω από τη ζώνη ασφαλείας μου και να δίνω ευκαιρία στο άγνωστο.

Όλη αυτή η μικρή θεωρητική—και ολίγον ψυχαναλυτική—εισαγωγή μάς μεταφέρει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στο «ηλιόλουστο ρέκβιεμ» του Νίκου Καραθάνου. Με όχημα το κλασικό έργο των Πρετεντέρη-Γιαλαμά, η ομάδα ξεδιπλώνει έναν φόρο τιμής σε μια εποχή μακρινή και ξένη για πολλούς, η οποία ωστόσο επιζεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο μέσα από τον παλιό κινηματογράφο. Η τέχνη, άλλωστε, ανέκαθεν αποτελούσε το κατεξοχήν μέσο διατήρησης της μνήμης.

Σε αντίθεση, όμως, με τη φωτεινή, ανάλαφρη αίσθηση που αναδύει η κινηματογραφική «Τζένη-Τζένη», η παράσταση του Καραθάνου—παρά τον οξύμωρο υπότιτλό της—ουδόλως πλημμυρίζει από φως. Αντιθέτως, όπως συμβαίνει με κάθε οργανισμό που φθίνει, εκπέμπει τους χαμηλούς τόνους του δειλινού και των πρώτων σκιών της καλοκαιρινής νύχτας, πλημμυρισμένη από τη μυρωδιά του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου και το θερμό κόκκινο φως των χάρτινων φαναριών. Αυτή η μετατόπιση είναι ακραία ενδιαφέρουσα καλλιτεχνικά: αντί για την αναμενόμενη ευφορία, ο θεατής αποχωρεί με μια γλυκόπικρη αίσθηση. Είναι σαν να παρευρίσκεται στο μνημόσυνο—όχι στην κηδεία—ενός αγαπημένου προσώπου, όπου η οδύνη της απώλειας έχει πια καταλαγιάσει και δίνει τη θέση της στη νομοτελειακή λήθη. Δεν νιώθεις χαρά, αλλά έχει περάσει ο απαραίτητος χρόνος για να ξεπεράσεις τα πρώτα στάδια του πένθους, να εσωτερικοποιήσεις το χαμό και να αναπολήσεις με τρυφερότητα τις όμορφες στιγμές.

Αναφέρομαι σκοπίμως σε «ομάδα του Καραθάνου» και όχι στον ίδιο το δημιουργό, διότι το όλο εγχείρημα—μιλώντας εντελώς υποκειμενικά—μου μετέδωσε την αίσθηση πως ο σκηνοθέτης κατέθεσε μεν στο τραπέζι τον πυρήνα της οπτικής του, αλλά άφησε το έργο να αναπνεύσει και να ανθίσει μέσα από τη συλλογική συνδημιουργία. Ο τρόπος που ο κάθε ηθοποιός έπλαθε μπροστά μας αυτούς τους γνώριμους χαρακτήρες φανέρωνε μια βαθιά διαδικασία κολεκτίβας, χωρίς να υπονομεύεται ο προσωπικός μόχθος του καθενός να αποστασιοποιηθεί από τα κινηματογραφικά μας στερεότυπα.

Το αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης είναι αδιαμφισβήτητα επιτυχημένο. Δεν προσφέρει απλώς μια εναλλακτική ανάγνωση, αλλά εμφυσά στο έργο μια νέα, πολυεπίπεδη πνοή: από το ειδύλλιο του νεαρού Μαντά και της Τζένης, μέχρι τις πολιτικές πληγές της νεότερης ελληνικής ιστορίας και τη νοσταλγία μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Ο σεβασμός στο πρωτότυπο κείμενο είναι υποδειγματικός, αποδεικνύοντας ότι με τις ίδιες ακριβώς λέξεις, αλλά με μια ρηξικέλευθη ματιά, μπορείς να αφηγηθείς την ίδια ιστορία με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δεν πρόκειται για ένα επετειακό tribute, αλλά για κάτι πολύ βαθύτερο που παίρνει αποστάσεις από την ελαφρότητα της ταινίας, αξιοποιώντας έναν πλούτο εικόνων, συμβόλων και αξιών. Σε επίπεδο ερμηνειών, μάλιστα, ήταν εξαιρετικό το γεγονός ότι οι ηθοποιοί δεν παγιδεύτηκαν στην αναπαραγωγή των ιερών τεράτων του παρελθόντος, με μοναδική εξαίρεση ίσως εκείνη του Καραθάνου, οι οποίοι ωστόσο δήλωναν «παρόντες» μέσα από τις μάσκες και τα σκηνικά.

Το μοναδικό σημείο που βρήκα προβληματικό εντοπίζεται στο τέμπο του δευτέρου μισού, όπου δημιουργείται η αίσθηση μιας βιασύνης που λειτουργεί εις βάρος της πολυπόθητης κάθαρσης. Πλάι σε ένα ξωκλήσι και ένα σκηνικό που γεμίζει χαλάσματα—σημάδια κάποιου πράγματος που πέθανε και προσδοκά την ανάσταση—η πλοκή επιταχύνει θορυβωδώς, τόσο σημειολογικά όσο και κυριολεκτικά. Η ανάσταση σηματοδοτείται από έναν ήχο που σπάει τα εγκόσμια. Κι ενώ αυτή η προσέγγιση ακούγεται γοητευτική στη θεωρία, χάνει στην υλοποίησή της: ο θίασος, σε μια διονυσιακή μέθεξη, παράγει τον ήχο της Πρώτης Ανάστασης σε βαθμό που καταντά ενοχλητικός και αχρείαστος για το θεατή.

Ωστόσο, αυτή η υπερβολή της στιγμής δεν αρκεί για να επισκιάσει τη συνολική αξία της παράστασης. Ο Νίκος Καραθάνος και η ομάδα του μας προσφέρουν ένα γενναίο, μελαγχολικό αντίο σε μια αθωότητα που ίσως να μην υπήρξε ποτέ ακριβώς έτσι όπως τη θυμόμαστε. Σε μια εποχή που αναπαράγει στείρα τα δοκιμασμένα μοτίβα, αυτό το συλλογικό ρέκβιεμ επιβεβαιώνει ότι η τέχνη προχωρά μόνο όταν τολμά να αποδομήσει τους ίδιους της τους μύθους. Και τελικά, ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική μορφή co-creation: το να μοιράζεσαι—σκηνοθέτης, ηθοποιοί και κοινό—το βάρος μιας κοινής μνήμης που σιγά-σιγά ξεθωριάζει, δικαιώνοντας απόλυτα την απόφασή μου να βγω από τη θεατρική μου ζώνη ασφαλείας.

👇

Για όσους δεν πρόλαβαν την παράσταση την περασμένη θεατρική σεζόν, η παράσταση θα ανέβει εκ νέου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά από 30/09 μέχρι 08/11.

Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ και εισιτήρια εδώ.

















Πηγή φωτογραφιών: https://www.dithepi.gr/el/events/4896/ 

Σχόλια